ευτυχισμένος

ευτυχισμένος
η , ο[ν]
1) см. ευτυχής; 2) благодатный, изобильный (о годе, времени года, крае)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ευτυχισμένος" в других словарях:

  • ευτυχισμένος — η, ο βλ. ευτυχώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. παρακμ. τού ευτυχώ με κατάλ. ισμένος*, αντί ημένος] …   Dictionary of Greek

  • ευτυχισμένος — η, ο καλότυχος, ευτυχής, ευχαριστημένος από τη ζωή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Modern Greek grammar — Main article: Modern Greek The grammar of Standard Modern Greek, as spoken in present day Greece and Cyprus, is basically that of Demotic Greek, but it has also assimilated certain elements of Katharevousa, the archaic, learned variety of Greek… …   Wikipedia

  • ολβιότυφος — ὀλβιότυφος, ον (Α) (ως προσωνυμία τού Αρχύτα) ο μακάριος στην οίηση και στην αλαζονεία του, ο ευτυχισμένος σύμφωνα με τη δική του γνώμη, αυτός που με την έπαρσή του νομίζει ότι είναι ευτυχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + τῦφος… …   Dictionary of Greek

  • O Pio Eftihismenos Anthropos Pano Sti Gi — Ο Πιό Ευτυχισμένος Άνθρωπος Πάνω Στη Γη Studio album by Nikos Karvelas Released May 1997 …   Wikipedia

  • ευτυχώ — (ΑΜ εὐτυχῶ, έω) [ευτυχής] είμαι ευτυχής, ευδαιμονώ, ευημερώ, είμαι σε καλή κατάσταση (α. «ἄνθεσι Διαγόρας ἐστεφανώσατο δίς, κλεινᾷ τ ἐν Ἰσθμῷ τετράκις εὐτυχέων», Πίνδ. β. «ευτύχησε στις επιχειρήσεις του») νεοελλ. (μτχ. παθ. παρακμ.) ευτυχισμένος …   Dictionary of Greek

  • ολβιοδαίμων — ὀλβιοδαίμων, όνος, ὁ, ἡ (Α) αυτός που έχει καλή τύχη από τον θεό, ευτυχισμένος, καλότυχος («ὦ μάκαρ Ἀτρεΐδη, μοιρηγενές, ὀλβιόδαιμον», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευδαίμων, ευτυχισμένος» + δαίμων (πρβλ. κακο δαίμων)] …   Dictionary of Greek

  • ολβιόπλουτος — ὀλβιόπλουτος, ον (Α) αυτός που είναι ευτυχισμένος χάρη στον πλούτο που διαθέτει, αυτός που πλουτίζει μέσα στην ευτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευτυχισμένος» + πλοῦτος (πρβλ. μεγαλό πλουτος)] …   Dictionary of Greek

  • τρισευτυχισμένος — η, ο, Ν πολύ ευτυχισμένος, πανευτυχής. επίρρ... τρισευτυχισμένα με πολλή ευτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτατ. τρισ /τρι * + ευτυχισμένος] …   Dictionary of Greek

  • Αισχύλος — I (Ελευσίνα 525 – Γέλα Σικελίας 456 π.Χ.). Τραγικός ποιητής. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν πολλές ασφαλείς πληροφορίες. Οι σύγχρονοι του Α. και του Πινδάρου ενδιαφέρονταν πολύ περισσότερο για τα έργα παρά για τους συγγραφείς. Και αργότερα, όμως, οι …   Dictionary of Greek

  • ευτυχώ — ευτυχώ, ευτύχησα, ευτυχισμένος βλ. πίν. 73 Σημειώσεις: ευτυχώ : η μτχ. ευτυχισμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο (→ αυτός που νιώθει, δείχνει ευτυχία ή διακρίνεται για ευτυχία) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»